Το Ενυδρείο της Ρόδου ή επίσημα ο Υδροβιολογικός Σταθμός Ρόδου (ΥΣΡ) βρίσκεται στο βορειότερο άκρο της πόλης, στην παραλία μετά το Μανδράκι. Κατασκευάστηκε κατά την εποχή της Ιταλοκρατίας μεταξύ των ετών 1934-1936. Ενώ, από το 1937 έλαβε το όνομα «Reale Instituto di Ricerche Biologiche di Rodi», δηλαδή Βασιλικό Iνστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Ρόδου.
Πού βρίσκεται η Κοιλάδα με τις Πεταλούδες;
Η διάσημη κοιλάδα των πεταλούδων της Ρόδου βρίσκεται σε απόσταση 23 χιλιομέτρων νοτιοδυτικά της πόλης της Ρόδου, στην περιοχή του Επάνω Καλαμώνα και πολύ κοντά στο Μοναστήρι της Καλόπετρας. Διαρρέεται από τον ποταμό Πελεκάνο, καλύπτεται από πυκνή βλάστηση και διασχίζεται μέσω ενός όμορφου μονοπατιού.
Στο δυτικό τμήμα της πόλης της Ρόδου και σε ένα σημείο που προσφέρει καταπληκτική θέα προς τη μεσαιωνική και τη νέα πόλη του νησιού δεσπόζει ο αρχαιολογικός χώρος της Ακρόπολης της Ρόδου. Είναι στην πραγματικότητα ένα κατάφυτο αρχαιολογικό πάρκο με λείψανα σημαντικών αρχαιοτήτων και οικοδομήματα που χρονολογούνται από τους Ελληνιστικούς και Υστεροελληνιστικούς χρόνους (3ος-2ος αιώνας π.Χ.).
Κατά μήκος του δρόμου για τη Λίνδο, μόλις 3 χιλιόμετρα από την Πόλη της Ρόδου, βρίσκεται ένας επίγειος παράδεισος, το Πάρκο Ροδίνι, που σύμφωνα με αρχαιολόγους θεωρείται το αρχαιότερο διαμορφωμένο πάρκο αναψυχής στον κόσμο.
Η Λίνδος υπήρξε ισχυρή ναυτική πόλη της αρχαιότητας και μέσα στους αιώνες διοικήθηκε από αρχαίους Έλληνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, αλλά και οι Ιωαννίτες Ιππότες.
Σήμερα θεωρείται, μαζί με τις γύρω περιοχές, (την Κάλαθο και τα Βληχά, τους Πεύκους, την Πυλώνα και τη Λάρδο), ένα από τα γοητευτικότερα τουριστικά θέρετρα της Ρόδου, που συνδυάζει την ομορφιά της φύσης με την πολιτιστική κληρονομιά.
Η Ρόδος είναι από τους πιο κοσμοπολίτικους τουριστικούς προορισμούς στην Ελλάδα. Μάλιστα είναι από τις λίγες περιοχές στην ελληνική περιφέρεια που διέθεταν τουρίστες πολύ πριν την έκρηξη του μαζικού τουρισμού. Το γεγονός αυτό δημιούργησε την ανάγκη παροχής υψηλού επιπέδου τουριστικών υπηρεσιών.
Ήδη από τη δεκαετία του 30, η Ιταλική διοίκηση (η Ρόδος τότε βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή) είδε την ανάγκη αναβάθμισης των υπηρεσιών και ανέσεων που προσέφερε το νησί. Έτσι χτίστηκε το ξενοδοχείο Grande Albergo delle Rose που έμεινε ανοιχτό μέχρι το 1970.
Η Βαρσοβία είναι μια ιδιαίτερα πράσινη πόλη με πολλά εντυπωσιακά πάρκα. Ένα από τα κεντρικότερα δημόσια πάρκα είναι ο κήπος της Σαξονίας. Έχει έκταση 15.5 εκτάρια και βρίσκεται απέναντι από την πλατεία Piłsudski ενώ είναι και ένα από τα παλιότερα δημόσια πάρκα της πόλης. Δημιουργήθηκε στα τέλη του 17ου αιώνα και άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό το 1727, ως ένα από τα πρώτα δημόσια πάρκα παγκοσμίως. Το πάρκο αρχικά ήταν ένα τυπικό παράδειγμα baroque αρχιτεκτονικής, εμπνευσμένο από το πάρκο των Βερσαλλιών.
Το Εθνικό Μουσείο στην Βαρσοβία είναι ένα από τα μεγαλύτερα μουσεία της χώρας και το μεγαλύτερο στην πόλη. Διαθέτει μια πλούσια συλλογή από αρχαία τέχνη (Αιγυπτιακή, Ελληνική, Ρωμαϊκή) που μετράει περίπου 11.000 αντικείμενα. Επίσης εκτίθεται μια αναλυτική συλλογή από Πολωνική ζωγραφική από τον 16ο αιώνα και μια συλλογή από ξένους ζωγράφους (Ιταλούς, Γάλλους, Ολλανδούς, Γερμανούς και Ρώσους). Το μουσείο είναι επίσης και σπίτι μιας εντυπωσιακής νομισματικής συλλογής και εφαρμοσμένης τέχνης.
Το γκέτο της Βαρσοβίας ήταν το μεγαλύτερο γκέτο της ναζιστικής Ευρώπης. Δημιουργήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1940 από το Γερμανό κυβερνήτη Hans Frank. Ο στρατηγός διέταξε οι Εβραίοι της Βαρσοβίας να απομονωθούν στο γκέτο και έτσι 400.000 άνθρωποι δηλαδή το 30% της πόλης βρέθηκε σε μια έκταση που κάλυπτε μόνο το 2.4% του μεγέθους της πόλης. Το γκέτο χωρίζονταν σε δύο περιοχές, το "μικρό γκέτο" στο οποίο φυλάσσονταν οι πλουσιότεροι Εβραίοι, και το "μεγάλο γκέτο" που οι συνθήκες ήταν πιο δύσκολες. Μια μικρή γέφυρα ένωνε τα δύο γκέτο.
Ο καθεδρικός του Αγίου Ιωάννη είναι ένας από τους 3 καθεδρικούς της πρωτεύουσας της Πολωνίας και ένα από τα εθνικά μνημεία της. Ο Αγ. Ιωάννης βρίσκεται ακριβώς δίπλα από την εκκλησία Jesuit η οποία είναι μια από τις παλιότερες εκκλησίες στην πόλη. Ο καθεδρικός αρχικά χτίστηκε τον 14ο αιώνα με Μασοβιανό γοτθικό στυλ και χρησιμοποιήθηκε για αμέτρητες τελετές στέψης και τελετές ενταφιασμού κατά την εποχή του Δουκάτου της Μασοβίας.